ἔλπος

ἔλπος· ἔλαιον, στέαρ, εὐθηνία, Hsch.; cf. ἔλφος. (Cf. Skt.
A sarpi[snull ] 'melted butter', OHG. salba.) [full] ἐλπτέοντες· ἐλπίζοντες, Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • όλπη — ὄλπη και ὄλπις, ιος και ιδος, και δωρ. τ., ὄλπα, ἡ (Α) 1. δοχείο λαδιού, συνήθως από δέρμα, για χρήση από τους αθλητές στην παλαίστρα 2. η λήκυθος τών κυνικών φιλοσόφων 3. λαγήνι, κανάτι κρασιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ὄλπη ανάγεται στην ετεροιωμένη… …   Dictionary of Greek

  • selp- (*ghelp-) —     selp (*ghelp )     English meaning: fat n.     Deutsche Übersetzung: “Fett (Butter, Schmalz)”     Material: O.Ind. sarpís n. “ melted butter, melting butter, lard, fat”, sr̥prá “ greasy, smooth, sleek, oiled, blank”; Gk. ἔλπος (n.) ἔλαιον,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.